εχθροπραξία

η
1. εχθρική πράξη ή ενέργεια
2. πληθ. οι εχθροπραξίες
ένοπλες συρράξεις ανάμεσα σε αντίπαλα στρατόπεδα, πολεμικές επιχειρήσεις («σταμάτησαν οι εχθροπραξίες»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < εχθρός + -πραξία (< πράξις), πρβλ. α-πραξία, κοινο-πραξία. Η λ. μαρτυρείται από το 1836 στον Αναστ. Πολυζωίδη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εχθροπραξία — η εχθρική πράξη ή ενέργεια, ένοπλη σύγκρουση αντιπάλων: Αναφέρθηκαν εχθροπραξίες στα σύνορα των δύο κρατών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εχθρός — ά, ό, αρσ. και εχτρός και οχτρός (ΑΜ ἐχθρός, ά, όν, Μ αρσ. και ὀχθρός και ὀχτρός) 1. αυτός εναντίον τού οποίου αισθάνεται κάποιος έχθρα, μίσος, απέχθεια, αποστροφή («ἐχθρὸς γάρ μοι κεῑνος ὅμως Ἀΐδαο πύλῃσιν», Ομ. Ιλ.) 2. (συν. το αρσ. και θηλ. ως …   Dictionary of Greek

  • Παμβοιώτια — Γιορτή των αρχαίων Βοιωτών. Στη διάρκεια των Π. απαγορευόταν κάθε πολεμική ενέργεια ανάμεσα σε βοιωτικές πόλεις. Αν υπήρχε ήδη εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των πόλεων αυτών, σταματούσε κάθε εχθροπραξία έως ότου λήξει ο εορτασμός. Τα Π. ήταν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.